How I Learned to Stop Worrying and Love the City
Το κείμενο δημοσιεύτηκε αρχικά στο “Take Back the City”, το newsletter μας όπου εκτός από αρθρογραφία βρίσκετε διάφορα links για τις πόλεις του κόσμου και τη ζωή μας σε αυτές.
Πως φαντάζεστε τη ζωή σας σε 30 χρόνια; Θα μένετε σε κάποια φουτουριστική έξυπνη πόλη με drones και αυτόνομα αυτοκίνητα; Ή μήπως θέλετε να έχετε γυρίσει στο χωριό σας να απολαμβάνετε την ηρεμία σας; Στατιστικά, πιο πιθανό είναι το πρώτο. Από το 2007 οι άνθρωποι είναι αστικό είδος, δηλαδή ζουν περισσότεροι σε πόλεις από ότι όχι, και μέχρι το 2050 το 70% από εμάς θα ζει σε αυτές.
Έχοντας μεγαλώσει στην Αθήνα ή σε άλλες ελληνικές πόλεις, και αντιμετωπίζοντας όλες τις προκλήσεις που έρχονται με αυτές, μπορεί αυτό να σας ακούγεται ως κάτι αρνητικό. Και αν στις υπάρχουσες προκλήσεις προσθέσουμε και αυτές που φέρνει η κλιματική αλλαγή, τότε η προοπτική ίσως να γίνεται ακόμα και δυστοπική.
Όμως αυτό το αφήγημα δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Οι πόλεις είναι μια από τις σημαντικότερες τεχνολογίες που έχει αναπτύξει η ανθρωπότητα. Αν ο πληθυσμός μιας πόλης διπλασιαστεί, δηλαδή αυξηθεί κατά 100%, η παραγωγικότητα αυξάνεται κατά τουλάχιστον 115%, η απασχόληση κατά 134%, οι πατέντες κατά 127%, δηλαδή υπερδιπασιάζονται. Ταυτόχρονα, η συνολική επιφάνεια των δρόμων αυξάνεται μόνο κατά 83% και το συνολικό μήκος των καλωδίων κατά 87%. Αυτά τα νούμερα είναι μαγικά. Πραγματοποιούνται γιατί οι πόλεις συγκεντρώνοντας επιχειρήσεις, ταλέντα και πόρους, δημιουργούν έντονα αποτελέσματα δικτύου και ισχυρές οικονομίες κλίμακος. Έτσι προσφέρουν ευκαιρίες για εργασία και ανάπτυξη, γίνονται κόμβοι καινοτομίας όπου νέες ιδέες συναντούνται και αναπτύσσονται, και, πιστέψτε το, είναι καλύτερες και για το περιβάλλον. Όχι μόνο γιατί χρειαζόμαστε λιγότερους πόρους, όπως οι δρόμοι και τα καλώδια, αλλά και γιατί επιτρέπουν την ύψιστη προστασία της φύσης η οποία είναι η παντελής έλλειψη ανθρώπινης δραστηριότητας.
Πώς φτάσαμε λοιπόν να θεωρούμε τις πόλεις ως κάτι αρνητικό όταν είναι αυτές που μας έχουν επιτρέψει το επίπεδο ζωής που έχουμε σήμερα; Αυτή η πολύπλοκη διαδρομή, ξεκινάει από τις πρώτες αστικές συγκεντρώσεις στη Μεσοποταμία περίπου το 4000 π.Χ. όπου πόλεις όπως η Ουρούκ, φτάνουν πληθυσμούς κοντά στις 50.000 κατοίκους. Μετά ακολουθούν οι πόλεις-κράτη, που έχουν κάνει την Ελλάδα διάσημη, μιας και σε αυτές δημιουργήθηκαν η δημοκρατία, οι επιστήμες, η φιλοσοφία, ανάμεσα σε πολλά άλλα. Επόμενο βήμα ήταν τα επιχειρησιακά κέντρα αυτοκρατοριών όπως η Ρώμη. Και μετά το σκοταδισμό του Μεσαίωνα, ήρθε η αναγέννηση από τις πόλεις του εμπορίου και των τεχνών όπως η Φλωρεντία. Τελευταία στάση πριν τον 20ο αιώνα, η Βιομηχανική Επανάσταση, κατά τη διάρκεια της οποίας οι πόλεις υποδέχονται τεράστιους αριθμούς εργατών. Η έντονη αστικοποίηση φέρνει προκλήσεις όπως η μόλυνση και η υπερπληθυσμός, φέρνει όμως και μια έκρηξη παραγωγικότητας που αρχίζει και βάζει τα θεμέλια για το σύγχρονο τρόπο ζωής.
Και μετά έρχεται ο 20ος αιώνας. Νέες αρχιτεκτονικές και πολεοδομικές θεωρίες, όπως αυτές που πρότεινε ο Λε Κορμπυζιέ, υποστήριζαν τη μοντερνιστική πόλη με πολυώροφα κτίρια, το διαχωρισμό της κυκλοφορίας πεζών και οχημάτων και τους νόμους περί χωροταξίας όπου διαχώριζαν γεωγραφικά το που οι άνθρωποι θα ζουν, θα δουλεύουν και θα διασκεδάζουν. Τον 20ο αιώνα παρατηρήθηκε επίσης η αστική επέκταση σε προαστιακές περιοχές, κάτι που μεγάλωσε τις αποστάσεις και μείωσε την πυκνοκατοίκηση. Όλα αυτά μπόρεσαν να γίνουν χάρη σε νέα οικοδομικά υλικά, αλλά και τρεις βασικές τεχνολογίες.
Η πρώτη ήταν ο ανελκυστήρας, ο οποίος μετέτρεψε τις σκάλες από περιοριστικό παράγοντα σε αθλητική επιλογή. Η δεύτερη ήταν ο κλιματισμός, χωρίς τον οποίο δεν θα μπορούσαμε να ζούμε σε γυάλινα κλουβιά προστατευμένοι από τις καιρικές συνθήκες. Και η τρίτη, ήταν το αυτοκίνητο. Το αυτοκίνητο μείωσε τις αποστάσεις και επέτρεψε σε μεγαλύτερες μερίδες του πληθυσμού να συμμετάσχουν στα αστικά δίκτυα και τις ευκαιρίες που αυτά φέρνουν. Ταυτόχρονα όμως, είναι η πηγή όλων αυτών που σήμερα θεωρούμε προβλήματα της καθημερινότητας μας. Τόσο άμεσα, όπως με την ατμοσφαιρική ρύπανση, την ηχορύπανση, τις εκπομπές CO2, τα τροχαία, και την κίνηση όσο και έμεσα, όπως με την έλλειψη πρασίνου, την έλλειψη πεζοδρομίων και προσβασιμότητας, την μοναξιά. Κάπου εδώ ίσως αναρωτιέστε, “αν οι πόλεις είναι απαραίτητες για την ανθρώπινη ανάπτυξη, αλλά οι σημερινές πόλεις κουβαλάνε όλα αυτά τα προβλήματα, τι πρέπει να κάνουμε;”
Μια επιλογή είναι να χτίσουμε καινούριες. 91 νέες πόλεις έχουν ανακοινωθεί την τελευταία δεκαετία, με 15 μόνο τον τελευταίο χρόνο. Αυτές οι προσπάθειες έρχονται από κυβερνήσεις σε αναπτυσσόμενες χώρες που θέλουν να προσελκύσουν ξένα κεφάλαια και τεχνογνωσία χωρίς τους περιορισμούς αδύναμων θεσμών, έρχονται από ιδιωτικές κατασκευαστικές που ψάχνουν κεφαλαιακές αποδόσεις που δεν περιορίζονται από τα προβλήματα των σύγχρονων πόλεων, αλλά και από startups που θέλουν να χτίσουν τις πόλεις στις οποίες θέλουν να ζουν πιο γρήγορα. Και φυσικά έρχονται και από μεγαλομανή σχέδια δυναστών που ποτέ δεν θα δούμε να πραγματοποιούνται. Όλες αυτές οι προσπάθειες έχουν έναν κοινό περιοριστικό παράγοντα. Όλες οι επιτυχημένες πόλεις έχουν μεγαλώσει οργανικά, και αν μαζί με τις υποδομές δεν μπορείς να μεταφέρεις τα ανθρώπινα δίκτυα που τις κάνουν αυτό που είναι, θα χρειαστούν πολλές δεκαετίες για να γίνουν ελκυστικές.
Μήπως είναι μια καλύτερη λύση να κάνουμε τις δικές μας όσο το δυνατόν πιο έξυπνες; Τα αυτόνομα ηλεκτρικά αυτοκίνητα υπόσχονται λύσεις στα προβλήματα που δημιουργούν τα χαζά αδερφάκια τους, η διαχείριση συστημάτων όπως τα απόβλητα ή ενέργεια σε πραγματικό χρόνο μπορεί να τα κάνει πιο αποδοτικά και τεχνολογίες παρακολούθησης μπορούν να τις κάνουν πιο ασφαλείς. Όμως δεν είναι όλο αυτό συνέχιση της μηχανικής νοοτροπίας που μας έφερε στα προβλήματα του σήμερα; Στην τελική, τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα παραμένουν αυτοκίνητα, και όσο πιο αποδοτικά κάνουμε τα συστήματα μας, τόσο περισσότερο καταλήγουμε να τα χρησιμοποιούμε. Το γνωστό και ως παράδοξο του Τζέβονς.
Υπάρχει και τρίτος δρόμος. Μπορούμε να αγαπήσουμε τις πόλεις που ήδη έχουμε και να φέρουμε τους ανθρώπους που τις κάνουν αυτό που είναι στο επίκεντρο του σχεδιασμού τους. Να δημιουργήσουμε περπατήσιμες και προσβάσιμες κοινότητες μικτής χρήσης και ανθρώπινης κλίμακας, που δίνουν προτεραιότητα στην κοινωνική αλληλεπίδραση και στην περιβαλλοντική βιωσιμότητα.
Η έννοια της περπατήσιμης πόλης επικεντρώνεται στη δημιουργία χώρων όπου οι άνθρωποι μπορούν να κινηθούν εύκολα με τα πόδια ή το αμαξίδιο τους. Αυτό δεν σημαίνει μόνο την ύπαρξη πεζοδρομίων, αλλά και την ύπαρξη ασφαλών, φωτισμένων και ελκυστικών δρόμων, πλατειών και πάρκων που κάποια μπορεί να κάνει μια στάση και να πιει λίγο νερό.
Προσβασιμότητα σημαίνει πως όλοι οι συμπολίτες μας, είτε είναι 8 είτε 80 χρονών, είτε χρησιμοποιούν τα πόδια τους είτε αμαξίδιο, είτε βλέπουν είτε όχι, έχουν τις ίδιες ευκαιρίες συμμετοχής στην κοινή ζωή.
Οι κοινότητες μικτής χρήσης συνδυάζουν κατοικίες, εργασιακούς χώρους, καταστήματα και χώρους αναψυχής σε κοντινές αποστάσεις. Αυτό μειώνει την ανάγκη για μακρινές μετακινήσεις, μειώνοντας έτσι τη ρύπανση και ενισχύοντας την τοπική οικονομία.
Ανθρώπινη κλίμακα σημαίνει τόσο ότι τα κτίρια και οι υποδομές είναι φιλικά προς τον άνθρωπο, αλλά και πως οι περιβαλλοντικές συνθήκες όπως τα επίπεδα θορύβου και μόλυνσης του αέρα, είναι στα επίπεδα που πρέπει.
Όλα τα παραπάνω ενθαρρύνουν την κοινωνική αλληλεπίδραση. Η δημιουργία χώρων όπου οι άνθρωποι μπορούν να συναντηθούν, να επικοινωνήσουν και να αναπτύξουν κοινωνικούς δεσμούς, ενισχύει την κοινωνική συνοχή και την αίσθηση κοινότητας. Παράλληλα, η περιβαλλοντική βιωσιμότητα επιτυγχάνεται μέσω της μείωσης των εκπομπών ρύπων, της αύξησης των πράσινων χώρων και της ενθάρρυνσης των βιώσιμων μεταφορών, όπως το περπάτημα, η ποδηλασία και η χρήση των δημόσιων συγκοινωνιών.
Αυτές οι αρχές δεν είναι θεωρητικές, αλλά εφαρμόζονται ήδη σε πόλεις παγκοσμίως. Η Κοπεγχάγη έχει αναδειχθεί ως ένα πρότυπο βιώσιμης αστικής ανάπτυξης με τους εκτεταμένους ποδηλατόδρομους και τους πράσινους χώρους. Το Παρίσι έχει υιοθετήσει την έννοια της “πόλης των 15 λεπτών”, όπου όλες οι απαραίτητες υπηρεσίες βρίσκονται σε απόσταση 15 λεπτών με τα πόδια ή το ποδήλατο από το σπίτι. Στην Μπογκοτά, οι εκτεταμένες κυριακάτικες ποδηλατοδρομίες έχουν προωθήσει την χρήση των ποδηλάτων και την κοινωνική συνοχή. Στη Σιγκαπούρη, οι πράσινες ταράτσες και οι κάθετοι κήποι αποτελούν κομμάτι της στρατηγικής για τη δημιουργία ενός βιώσιμου αστικού περιβάλλοντος. Αυτός ο τρίτος δρόμος είναι όχι μόνο εφικτός, αλλά και απαραίτητος για την βιωσιμότητα και την ευημερία των πόλεων μας. Οι πόλεις στις οποίες ζούμε σήμερα μπορούν να μεταμορφωθούν σε βιώσιμες και φιλόξενες κοινότητες για όλους.
Και αν νομίζετε πως αυτό δεν μπορεί να γίνει στην Ελλάδα, ξανασκεφτείτε το. Οι πόλεις μας, επειδή έχουν προηγηθεί του 20ου αιώνα, είναι ήδη χτισμένες με τις σωστές αρχές. Έχουμε τις πολυκατοικίες των 4-5 ορόφων, με καταστήματα στα ισόγεια, μικρές αποστάσεις μεταξύ τους, στενούς δρόμους. Σε 15 λεπτά με το ποδήλατο μπορείς να πας οπουδήποτε στο δήμο Αθηναίων και Θεσσαλονίκης, πόσο μάλλον στις υπόλοιπες πόλεις μας. Και με τα πόδια μπορείς να καλύψεις οποιαδήποτε ανάγκη σου. Έχουμε δηλαδή ήδη την ήπια πληθυσμιακή και εμπορική πυκνοκατοίκηση που χρειάζονται οι πόλεις για να είναι ζωντανές και δραστήριες. Αυτό που δεν έχουμε είναι ένας σωστός διαμοιρασμός του δημοσίου χώρου. Όταν το 60% του ελεύθερου δημοσίου χώρου της Αθήνας είναι παρκαρισμένα αυτοκίνητα που θα βάλουμε τα δέντρα, τα πεζοδρόμια και τις παιδικές χαρές;
Ναι αλλά όλα αυτά δεν είναι στην “κουλτούρα” του Έλληνα. Αυτή είναι η βασική ένσταση που ακούω σχεδόν σε καθημερινή βάση. Και είναι τόσο λάθος. Κάθε φορά που ταξιδεύουμε στο εξωτερικό γιατί ξαφνικά περπατάμε, παίρνουμε τα μέσα και κάνουμε ποδήλατο; Και για να μην φεύγουμε και πολύ μακριά, γιατί κάνουμε το ίδιο στην Διονυσίου Αρεοπαγίτου, ίσως τον πιο όμορφο δρόμο στην Αθήνα, η οποία πριν από 25 χρόνια ήταν αυτοκινητόδρομος; Ή στην Ερμού, την Αγίας Σοφίας και τόσες άλλες αναπλάσεις τις οποίες αδειάσαμε από αυτοκίνητα, και γεμίσαμε με ζωή.
Γιατί αυτό που έχει σημασία είναι ο σχεδιασμός του δημοσίου χώρου. Το ανθρώπινο είδος έχει ανάγκη την κοινότητα, την αίσθηση του ανήκειν, την ασφάλεια, την χαρά και το παιχνίδι. Αυτές οι ανάγκες είναι αρχέγονες και ξεπερνάνε κάθε τι που ονομάζουμε κουλτούρα. Πόσο μάλλον αν η ηλικία αυτής είναι 50 έτη.
Και αν δεν μας εμποδίζει η κουλτούρα μας, τότε τι μας εμποδίζει; Δεν μας εμποδίζει ούτε η απουσία γνώσης. Δεν πρέπει να ανακαλύψουμε τίποτα από την αρχή. Όλες οι λύσεις είναι δοκιμασμένες και έτοιμες.
Το μόνο που μας εμποδίζει είναι η κοινωνική και πολιτική βούληση. Ελπίζω κάποια από εσάς, να το πιστέψετε, να αρχίσετε να σκέφτεστε σε τι περιβάλλοντα είστε η καλύτερη εκδοχή του εαυτού σας, και να απαιτείται τη δημιουργία τους. Ελπίζω, κάποια από εσάς, να βοηθήσετε να πάρουμε πίσω τις πόλεις μας.